Έρευνα της Deutsche Welle χαρτογραφεί το χρηματοοικονομικό δίκτυο πίσω από τις εξορύξεισ βαθέων υδάτων: δεσμεύσεις μη χρηματοδότησης, επενδύσεις σε εταιρείες που συνδέονται με την πρακτική, πίεση από τις ΗΠΑ και ένα αυξανόμενο «μπλοκ» χωρών που ζητά συμφωνία αναστολής δραστηριοτήτων.
Η εξόρυξη στον βαθύ ωκεανό παρουσιάζεται εδώ και χρόνια ως η «επόμενη μεγάλη λύση» για κρίσιμα μέταλλα όπως νικέλιο, κοβάλτιο και χαλκό, κομβικά υλικά για παραγωγή μπαταριών και για χρήση σε βιομηχανικές εφαρμογές.
Τι έδειξε η έρευνα για τις εξορύξεις βαθέων υδάτων
Σε αυτό το πλαίσιο, πάνω από 20 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διεθνώς έχουν ανακοινώσει δημόσια ότι δεν θα χρηματοδοτήσουν την εξόρυξη βαθέων υδάτων. Όμως η έρευνα της DW καταγράφει ένα παράδοξο: ορισμένα από αυτά, παρότι έχουν δώσει τέτοιες δεσμεύσεις, εμφανίζονται να έχουν επενδύσει συνολικά τουλάχιστον 684 εκατ. δολάρια σε εταιρείες που συνδέονται με τον κλάδο.
Η θαλάσσια βιολόγος Diva Amon, επιστημονική σύμβουλος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, προειδοποιεί ότι ο βυθός είναι «σπίτι» μιας εντυπωσιακής αλλά εύθραυστης ζωής, κρίσιμης για τον πλανήτη. Το βασικό επιχείρημά της είναι το εξής: δεν κατανοούμε ακόμη πλήρως τι πάμε να καταστρέψουμε, και όταν χαθεί, δεν επιστρέφει.
Οι ανησυχίες δεν περιορίζονται στη γενική απώλεια βιοποικιλότητας. Η Amon σημειώνει ότι περίπου το 90% των ειδών βαθέων υδάτων δεν έχει καν επίσημη ονομασία, ενώ η απομάκρυνση πολυμεταλλικών κονδύλων (τα «πετραδάκια» του πυθμένα που περιέχουν τα μέταλλα-στόχους) μπορεί να προκαλέσει ζημιές που μετρώνται σε κλίμακες εκατομμυρίων ετών.
Οι δεσμεύσεις και το «παραθυράκι» των επενδύσεων
Όταν η DW απευθύνθηκε σε τράπεζες, δύο από αυτές -η Deutsche Bank και η Crédit Agricole- φέρονται να απάντησαν ότι οι δεσμεύσεις τους αφορούν τη χρηματοδότηση συγκεκριμένων έργων (project finance) και όχι την κατοχή μετοχών/επενδύσεις σε εταιρείες.
Στη λίστα των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ονομάτων που αναφέρονται στην ανάλυση της DW περιλαμβάνονται επίσης UBS, Credit Suisse, BNP Paribas, ενώ γίνεται λόγος και για άλλα ιδρύματα που δεν απάντησαν στα ερωτήματα της έρευνας.
Η πίεση από την Ουάσινγκτον και η συμφωνία αναστολής δραστηριοτήτων
Η έρευνα τοποθετεί τις εξελίξεις σε ένα πολιτικό φόντο, την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται να πιέζουν για επιτάχυνση της εξόρυξης ως μελλοντικής πηγής κρίσιμων ορυκτών. Ταυτόχρονα, περίπου 40 χώρες έχουν ανακοινώσει ότι στηρίζουν μορατόριουμ ή «προληπτική παύση», υποστηρίζοντας πως οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι δεν έχουν αξιολογηθεί επαρκώς.
Σύμφωνα με την ίδια λογική, ο Peter Thomson έχει ταχθεί υπέρ ενός 10ετούς μορατόριουμ ώστε «η επιστήμη να προλάβει» πριν παγιωθεί μια πρακτική με πιθανώς μη αναστρέψιμες συνέπειες. Στο ίδιο μήκος κύματος, αναφέρεται ότι πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών για τη χρηματοδότηση, έχει προειδοποιήσει πως δεν διαφαίνεται τρόπος η χρηματοδότηση τέτοιων δραστηριοτήτων να ευθυγραμμιστεί με τη βιώσιμη χρήση των ωκεανών.
Η DW αναδεικνύει και μια ακόμη αντίφαση: χρηματοοικονομικοί κολοσσοί προωθούν το αφήγημα ESG, ενώ παράλληλα κατέχουν σημαντικές θέσεις σε εταιρείες που «ξεκλειδώνουν» την εξόρυξη στον βυθό. Παράδειγμα που αναφέρεται είναι η Goldman Sachs, η οποία φέρεται να διατηρεί συμμετοχές ύψους 187 εκατ. ευρώ σε εταιρείες που διευκολύνουν την πρακτική.
Ο Tariq Fancy, πρώην επικεφαλής βιώσιμων επενδύσεων στην BlackRock, σχολιάζει ότι συχνά «είναι φθηνότερο να δείχνεις πράσινος από το να είσαι πράσινος», ειδικά όταν οι εταιρείες λειτουργούν σε ορίζοντες υψηλών αποδόσεων που μετριούνται σε λίγα χρόνια. Κατά την άποψή του, οι αλλαγές «στα άκρα» δεν αρκούν χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις και αυστηρότερους κανόνες.
Οι προειδοποιήσεις των επιστημόνων για τις εξορύξεις βαθέων υδάτων
Σημαντικό κομμάτι της έρευνας αφορά και το δημόσιο χρήμα. Η DW, αξιοποιώντας δεδομένα που αποδίδει σε ανάλυση της Βάσης Δεδομένων για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς (Anti-Corruption Data Collective), αναφέρει ότι κεφάλαια φορολογουμένων από χώρες που επισήμως στηρίζουν «προληπτική παύση» έχουν επενδυθεί σε εταιρείες συνδεδεμένες με τη βαθιά εξόρυξη.
Η DW επικαλείται ακόμη πρώιμα ευρήματα από δοκιμαστικές επιχειρήσεις, όπως μελέτη που αναφέρεται ότι χρηματοδοτήθηκε από την The Metals Company φέρεται να κατέγραψε μείωση της αφθονίας οργανισμών και της βιοποικιλότητας στον πυθμένα κατά περισσότερο από ένα τρίτο, μετά από σχετική δοκιμή στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι το ρίσκο δεν είναι μόνο «ορατό». Μικροοργανισμοί του βυθού ήδη αξιοποιούνται στην ιατρική (αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ένζυμα που χρησιμοποιούνται σε τεστ PCR και ενώσεις που μελετώνται για αντικαρκινικές εφαρμογές).
Η εξόρυξη, λένε, μπορεί να εξαφανίσει οργανισμούς πριν καν τους γνωρίσουμε.



























