Ρεπορτάζ του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters σε Ελλάδα και Κύπρο αντίστοιχα, παρουσίασε τη μεταβαλλόμενη εικόνα της Μεσογείου Θάλασσας, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.
Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεταινότι η εικόνα της Μεσογείου αλλάζει με ταχείς ρυθμούς και η κλιματική αλλαγή, σε συνδυασμό με τη διώρυγα του Σουέζ, δημιουργεί τις ιδανικές συνθήκες για την εξάπλωση δεκάδων ξενικών ειδών που μεταμορφώνουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Από το λεοντόψαρο και τον λαγοκέφαλο μέχρι την αγριόσαλπα και τα μπλε καβούρια, οι νέοι «κάτοικοι» της Μεσογείου δεν επηρεάζουν μόνο τη θαλάσσια βιοποικιλότητα, αλλά και την αλιεία, την οικονομία και τις ισορροπίες του οικοσυστήματος.
Ανησυχούν οι επιστήμονες για τα ξενικά είδη στις ελληνικές θάλασσες
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters από την Κύπρο και την Ελλάδα, οι επιστήμονες παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία τη συνεχή είσοδο νέων ειδών στη Μεσόγειο.
Εκτιμάται, κατά το ίδιο ρεπορτάζ, ότι ένα νέο είδος εισέρχεται στη θάλασσα της Μεσογείου περίπου κάθε δύο εβδομάδες, ενώ σήμερα έχουν καταγραφεί περισσότεροι από 1.000 μη γηγενείς οργανισμοί, σημαντικά περισσότεροι σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Στα ανοιχτά της Κύπρου, οι ερευνητές δοκιμάζουν ειδικές παγίδες για τη σύλληψη λεοντόψαρων, ενός από τα πλέον επιθετικά εισβολικά είδη. Το ψάρι αυτό, που ξεχωρίζει για τα δηλητηριώδη αγκάθια του, δεν διαθέτει φυσικούς θηρευτές στη Μεσόγειο και τρέφεται με μεγάλη ποικιλία ντόπιων ψαριών και καρκινοειδών, διαταράσσοντας τις τροφικές αλυσίδες.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει αντίστοιχες προκλήσεις, παρουσιάζει το ειδησεογραφικό πρακτορείο. Σύμφωνα με την Παρασκευή Καραχλέ, διευθύντρια ερευνών στο Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), περισσότερα από 230 ξενικά είδη έχουν καταγραφεί στις ελληνικές θάλασσες τις τελευταίες δεκαετίες. Κάθε ένα από αυτά επηρεάζει διαφορετικά το οικοσύστημα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αγριόσαλπα, η οποία καταναλώνει μεγάλες ποσότητες φυκιών, δημιουργώντας υποθαλάσσιες «ερήμους» και «ανταγωνίζεται» τα αυτόχθονα φυτοφάγα ψάρια. Παράλληλα, ο, γνωστός σ’ όλους μας, λαγοκέφαλος, που περιέχει τοξίνες επικίνδυνες ακόμη και για τον άνθρωπο, επιτίθεται σε άλλα ψάρια και συνδέεται με τη μείωση των πληθυσμών χταποδιών σε αρκετές περιοχές της ανατολικής Μεσογείου.
Για τον λόγο αυτό, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος έχουν θεσπίσει προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης για τους αλιείς που συλλέγουν λαγοκέφαλους.
Γιατί υπάρχει εξάπλωση των ξενικών είδων στις ελληνικές θάλασσες
Οι ειδικοί αποδίδουν τη ραγδαία εξάπλωση αυτών των ειδών σε δύο βασικούς παράγοντες. Αρχικά, στην αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας, που καθιστά τη Μεσόγειο ολοένα πιο φιλόξενη για τροπικούς οργανισμούς, και στη διώρυγα του Σουέζ, η οποία λειτουργεί ως θαλάσσιος διάδρομος μετακίνησης ειδών από την Ερυθρά Θάλασσα προς τη Μεσόγειο. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, οι αλλαγές έχουν επιταχυνθεί ιδιαίτερα μετά το 2000.
Παρά τη δυσμενή εικόνα, οι επιστήμονες αναζητούν τρόπους προσαρμογής. Μία από τις λύσεις που εξετάζονται είναι η αξιοποίηση ορισμένων εισβολικών ειδών ως τροφή. Το λεοντόψαρο, για παράδειγμα, μπορεί να καταναλωθεί με ασφάλεια αφού αφαιρεθούν τα δηλητηριώδη αγκάθια του και ήδη σε ορισμένες χώρες αρχίζει να αποκτά θέση στην αγορά.
Αντίστοιχα, τα μπλε καβούρια έχουν δημιουργήσει νέα εμπορική αγορά στην Τυνησία, ενώ ερευνητές στην Ελλάδα εξετάζουν τρόπους αξιοποίησης του λαγοκέφαλου, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι τοξίνες του, για την παραγωγή ιχθυάλευρων που χρησιμοποιούνται στις ιχθυοκαλλιέργειες.
Άλλες ερευνητικές ομάδες μελετούν πιθανές εφαρμογές των ξενικών ειδών σε καλλυντικά, συμπληρώματα διατροφής, δερμάτινα προϊόντα ακόμη και στην ανάπτυξη νέων αναλγητικών ουσιών.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, προειδοποιούν ότι δεν υπάρχει μία μόνο λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η δυναμική των θαλάσσιων οικοσυστημάτων είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και η συνεχής παρακολούθηση των πληθυσμών θεωρείται απαραίτητη, ώστε να περιοριστούν οι επιπτώσεις των εισβολικών ειδών στη βιοποικιλότητα και στις ανθρώπινες δραστηριότητες που εξαρτώνται από τη Μεσόγειο.



