Η ιστορία των πόλεων και οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού – Συνέντευξη με τη Ν. Γιαντσή

Δημοφιλή Άρθρα

More articles

«Πιστεύω ακράδαντα ότι στην περιοχή αυτή μπορούμε να αναζητήσουμε τα πρώτα στοιχεία όχι μόνον της αστικής συγκρότησης της Ευρώπης, έτσι όπως εξελίχθηκε στη συνέχεια, αλλά και των εθνικών κρατών που διαμορφώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων μέχρι σήμερα» μας είπε, μεταξύ άλλων, η Νικολέττα Γιαντσή-Μελετιάδη, με αφορμή την κυκλοφορία της μελέτης της «Ιστορία του αστικού φαινομένου – Η ανάδυση των πόλεων της Φλάνδρας κατά τον Μεσαίωνα (εκδ. University Studio Press).

Η Νικολέττα Γιαντσή-Μελετιάδη είναι Καθηγήτρια ευρωπαϊκής μεσαιωνικής ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και ανάμεσα στα πολλά ερευνητικά ενδιαφέροντά της, βρίσκεται η ιστορία των πόλεων, των κατεξοχήν κοινοτήτων μέσα στις οποίες οργανώνεται αποτελεσματικά ο ανθρώπινος πολιτισμός από την αρχαιότητα ως σήμερα.

Το πρόσφατο δοκίμιό της Ιστορία του αστικού φαινομένου – Η ανάδυση των πόλεων της Φλάνδρας κατά τον Μεσαίωνα (εκδ. University Studio Press) εστιάζει στη μεσαιωνική Φλάνδρα, στην οποία, όπως μας είπε η συγγραφέας, «μπορούμε να αναζητήσουμε τα πρώτα στοιχεία όχι μόνον της αστικής συγκρότησης της Ευρώπης, έτσι όπως εξελίχθηκε στη συνέχεια, αλλά και των εθνικών κρατών που διαμορφώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων μέχρι σήμερα».

university studio press giantsi meletiadi istoria tou astikou fainomenou

Μελετάτε την πορεία του αστικού φαινομένου, όπως αυτό αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε στη Φλάνδρα του Μεσαίωνα. Η ιστορία των πόλεων είναι ένα σημαντικό «υποκεφάλαιο» της συνολικής Ιστορίας, εφόσον μέσα σε αυτές θεμελιώθηκε ο ανθρώπινος πολιτισμός. Πόλεις υπήρχαν από την Αρχαιότητα – γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τόπο και τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο; Ποια στοιχεία καθιστούν τη μεσαιωνική Φλάνδρα μια αξιοσημείωτη περίπτωση;

Το αστικό φαινόμενο απασχόλησε όλες τις περιόδους που μελετά η Ιστορία ως επιστήμη. Για τον λόγο αυτό, θα βρείτε, αν ανατρέξετε, άπειρες μελέτες για τις πόλεις στην Αρχαιότητα, τη ρωμαϊκή εποχή, αλλά και τους νεωτερικούς χρόνους και τη σύγχρονη Ιστορία. Η χρονική περίοδος που επέλεξα οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι αποτελεί το αντικείμενο της δικής μου επιστημονικής ειδίκευσης. Μελετώ και διδάσκω την ευρωπαϊκή μεσαιωνική περίοδο της ιστορίας.

Ωστόσο, η επιλογή του θέματος της Φλάνδρας έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εδώ υπάρχει, επομένως, το στοιχείο της επιλογής: Πιστεύω ακράδαντα ότι στην περιοχή αυτή μπορούμε να αναζητήσουμε τα πρώτα στοιχεία όχι μόνον της αστικής συγκρότησης της Ευρώπης, έτσι όπως εξελίχθηκε στη συνέχεια, αλλά και των εθνικών κρατών που διαμορφώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων μέχρι σήμερα. Πιστεύω ακράδαντα επίσης ότι τα μεγάλα προβλήματα που οδήγησαν στους δύο μεγάλους πολέμους βρίσκουν ένα pattern, ένα μοντέλο ανταγωνισμών εδώ.

Οι πρώτοι οικισμοί στην περιοχή της Φλάνδρας δημιουργήθηκαν τα ρωμαϊκά χρόνια και στη συνέχεια εξελίχθηκαν, αλλάζοντας κατά τη μεροβίγγεια περίοδο, την καρολίδεια περίοδο, ύστερα κατά την έλευση των Βίκινγκς κλπ. Πώς βρίσκουμε τη Φλάνδρα στην αρχή και πώς στο τέλος της μελέτης σας;

Η διασύνδεση της αστικής ιστορίας της Φλάνδρας με τις γενικότερες ιστορικές περιοδολογήσεις προϋποθέτει μια υπόθεση σχετικά με τον βηματισμό των πόλεών της μέσα στον ευρωπαϊκό ιστορικό χρόνο, μέσα δηλαδή στις οριακές συνθήκες, όπου ο μεσαιωνικός άνθρωπος βίωσε την ενδιάμεση, τη μεσαιωνική, ιστορία του αστισμού. Το χρονικό του αστισμού αποτελεί ένα κείμενο χωρίς πολλές σταθερές, χωρίς οριστικά διαμορφωμένες κοινωνικές και πολιτικές μορφές, χωρίς βέβαιους υλικούς όρους. Στο δυτικό τμήμα της ηπείρου μας η μετάβαση από το ρωμαϊκό παράδειγμα στα διάδοχα κυριαρχικά μορφώματα υπήρξε βίαιη και αγωνιώδης: δεν αποτέλεσε απλώς το πολιτικό και κοινωνικό τέλος του αρχαίου κόσμου, αλλά η πιο σημαντική ίσως μεταβολή στο επίπεδο της ανθρώπινης συνείδησης, η διάδοση του χριστιανικού μονοθεϊσμού, συνέβη μέσα σε συνθήκες δοκιμασίας και ραγδαίας αλλαγής των όρων της ζωής λόγω κυρίως της απροσδόκητης μετακίνησης και εγκατάστασης πληθυσμιακών ομάδων από το Βορρά που διήρκεσε ως τον 10ο αι. Το χρονικό του αστικού φαινομένου στη Φλάνδρα είναι από κάθε άποψη υβριδικό και αποκρυσταλλώνει τα πιο περίπλοκα συνειδησιακά μορφώματα, τα οποία, ενώ τα διαισθανόμαστε, συχνά αδυνατούμε να τα προσεγγίσουμε και να τα αποτυπώσουμε στην ιστορική αφήγηση.

Οι πόλεις του Μεσαίωνα έγιναν περίοπτες μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα μόνο μετά από μια μακρά κυοφορία· ήταν τρίτες σε σημασία μετά τα βασίλεια και τα φέουδα ή τις εκκλησιαστικές δομές.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα και τις φλαμανδικές οικιστικές συγκεντρώσεις τόσο από την άποψη της ρωμαϊκής πρωτοϊστορίας τους όσο και από την άποψη της ανάδυσης νέων πολισμάτων κατά τις διάδοχες περιόδους των Μεροβιγγείων (5ος-8ος αι.) και των Καρολιδών (8ος-10ος αι.). η ιστορία τους υπήρξε ασυνεχής, ασταθής και έκθετη στις κρίσεις της κεντρικής εξουσίας. Η μετάβαση από την ανοικτή ρωμαϊκή πόλη στη μικρότερων διαστάσεων περίκλειστη «πόλη» των Μεροβιγγείων ολοκληρώθηκε σε συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας, πολιτικής κατάρρευσης, εγκατάλειψης των παλαιών οικιστικών θέσεων, έστω και αν η διάδοση του χριστιανισμού στην περιοχή, ενισχυμένη από τις εξουσιαστικές βλέψεις των τοπικών ελίτ, εξακτινώθηκε από τις πόλεις που διασώθηκαν προς τη γύρω ύπαιθρό τους.

Αν και η ρωμαϊκή κυριαρχία είχε αφήσει απομονωμένα αστικά υπολείμματα, τα περισσότερα δεν είχαν επιβιώσει και συχνά είχαν μετατραπεί σε χωριά και κωμοπόλεις. Οι πόλεις του Μεσαίωνα έγιναν περίοπτες μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα μόνο μετά από μια μακρά κυοφορία· ήταν τρίτες σε σημασία μετά τα βασίλεια και τα φέουδα ή τις εκκλησιαστικές δομές. Ξεχώριζαν, όμως, επειδή είχαν αναπτύξει νέες λειτουργίες, θεσμικές και οικονομικές καινοτομίες, όπως η συντεχνιακή και η κοινοτική οργάνωση του πληθυσμού τους, η ιδιαίτερη απονομή της δικαιοσύνης και η αυτοδιοίκηση και, προπαντός, η υψηλή βιοτεχνική και εμπορική δραστηριότητα. Αλλά, ακόμη και έτσι, συχνά συγχέονταν με τις οχυρές θέσεις ή τα μεγάλα μοναστηριακά κέντρα. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, λοιπόν, οι πόλεις που μας απασχολούν απέκτησαν κάπως την πραγματική τους υπόσταση αν ανασυνθέσουμε τους υλικούς όρους της ύπαρξής τους και διακριβώσουμε τους δείκτες εκείνους που χαρτογραφούν τις ιδεολογικές εμπειρίες από τη ζωή μέσα σε αυτές.

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα στοχαστές από την περιοχή της οικονομικής ιστορίας και της κοινωνιολογίας διέβλεψαν ότι οι απαρχές των φλαμανδικών πόλεων θα μπορούσαν να προσφέρουν το εμπειρικό υλικό για την ερμηνεία της νεωτερικής οικονομίας και κοινωνίας.

Η στάση αυτή δεν είναι νέα: ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα στοχαστές από την περιοχή της οικονομικής ιστορίας και της κοινωνιολογίας διέβλεψαν ότι οι απαρχές των φλαμανδικών πόλεων θα μπορούσαν να προσφέρουν το εμπειρικό υλικό για την ερμηνεία της νεωτερικής οικονομίας και κοινωνίας. Αν και το θεωρητικό αυτό αίτημα διατυπώθηκε ήδη από τότε, η απάντησή του δεν υπήρξε ούτε εύκολη ούτε μονοδιάστατη· συγκρότησε, συνεπώς, ένα ακμαίο μέχρι σήμερα ερευνητικό πλαίσιο, στο οποίο συγκλίνουν ποικίλες επιστήμες με απαντήσεις που συχνά ήταν εκτεθειμένες σε τολμηρές γενικεύσεις, ευφάνταστες στρογγυλοποιήσεις και λειάνσεις των ιστορικών δεδομένων.

nikoleta giantsi meletiadi 2

Το έκτο κεφάλαιο, «Η πόλη ως κοινότητα», κλείνει με μια αναφορά στις εξεγέρσεις. Μια φράση τραβά το ενδιαφέρον: «Το εξεγερτικό φαινόμενο στη Φλάνδρα περιλαμβάνει πολλά μεσαιωνικά χαρακτηριστικά και, συνεπώς, πολλές ανασταλτικές δεσμεύσεις που δεν του επέτρεψαν να αποτελέσει την απαρχή των αστικών επαναστάσεων στην Ευρώπη». Ποιες ήταν οι σημαντικότερες δεσμεύσεις και γιατί δεν επέφεραν οι συγκεκριμένες εξεγέρσεις τεκτονικές αλλαγές;

Αυτό είναι αληθές. Όπως γράφω, η εξέλιξη της εξέγερσης στη Δυτική Φλάνδρα το 1323-1328 είναι χαρακτηριστική: αντιμετωπίζοντας τη δημοσιονομική πίεση και μια αυξανόμενη κοινωνικοπολιτική ανισότητα, αναπτύχθηκε ένας πραγματικός συνασπισμός μεταξύ των κατοίκων των πόλεων που δεν είχαν πολιτική εξουσία και των αγροτών. Αστοί από την Μπρυζ μαζί με εκατοντάδες υφαντές από τη Γάνδη συνενώθηκαν με τους εξεγερμένους αγρότες. Στη συνέχεια ακολούθησαν και πήραν μέρος στον ξεσηκωμό αστοί από την Υπρ και το Κουρτραί και, από τις αρχές του 1324, κοινότητες από μικρότερες πόλεις. Η εξέγερση εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της κομητείας και το 1325 ο Λουδοβίκος εξαναγκάστηκε να ορίσει ως τοποτηρητή του τον Ροβέρτο του Κάσελ, έναν τυχοδιώκτη ευγενή που επιδίωξε να αξιοποιήσει την εξέγερση, για να αυξήσει την προσωπική του ισχύ. Έτσι διαμορφώθηκε στην κομητεία ένα καθεστώς διπλής εξουσίας, το οποίο θα άφηνε ισχυρότερο ενδεχομένως αποτύπωμα, αν αφενός δε σημειωνόταν η γαλλική στρατιωτική παρέμβαση και αφετέρου αν οι αστοί ήταν περισσότερο πρόθυμοι να αντισταθούν, τουλάχιστον όσο και οι αγρότες που προσέβλεπαν σε ριζοσπαστικές μεταβολές της κοινωνικής τάξης στην ύπαιθρο.

Πρέπει να επισημανθεί ότι οι εξεγέρσεις δεν έμειναν απομονωμένες μέσα στους περιβόλους των πόλεων, αλλά αντιθέτως, διαμόρφωσαν δίκτυα αλληλοβοήθειας και συνεργασίας

Αντιστρόφως, όμως, στην παρακαταθήκη αυτών των εξεγέρσεων θα πρέπει να εγγράψουμε α) διάφορες συνειδητοποιήσεις σχετικές με το πώς διαμορφώνεται μια κοινωνική συμμαχία από ομάδες που προοδευτικά αποστασιοποιούνται από την υφιστάμενη εξουσία, αποδεσμεύονται από την επιρροή της και αμφισβητούν τη νομιμοποίησή της, αλλά και β) υπερβάσεις κάθε είδους των τοπικών ορίων. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι εξεγέρσεις δεν έμειναν απομονωμένες μέσα στους περιβόλους των πόλεων, αλλά αντιθέτως, διαμόρφωσαν δίκτυα αλληλοβοήθειας και συνεργασίας είτε με συμπολίτες τους είτε με ομάδες και παράγοντες σε άλλες πόλεις. Εξάλλου, στα χαρακτηριστικά των εξεγέρσεων υπήρχε γ) αντιστρόφως υπερβολική προσήλωση στη χρονική στιγμή και όχι μακρόπνοοι σχεδιασμοί και αναπτυγμένες πολιτικές.

Ακόμη και μια μείζων εξέγερση και μια μεγάλη πολεμική σύγκρουση, όπως η μάχη του Κουρτραί το 1302, σε διάστημα λιγότερο από ένα χρόνο είχε απωλέσει οποιαδήποτε πολιτική σημασία και εγγράφηκε αποκλειστικά στο φαντασιακό ως «μάχη των χρυσών σπιρουνιών». Αν, τέλος, αναζητούμε ένα πολιτικό όραμα σε αυτά τα εξεγερτικά φαινόμενα, το πιο ενδιαφέρον παράδειγμα θα ήταν μάλλον η χαμηλή περίπτωση της προσπάθειας του J. van Artevelde, ο οποίος μέσα στον αρχόμενο Εκατονταετή Πόλεμο επεξεργάστηκε στη Γάνδη ένα εναλλακτικό μοντέλο μοναρχικής συγκέντρωσης: «Το μοντέλο του περιλάμβανε μια κρατική οργάνωση βασισμένη στην αυτόνομη δύναμη των μεγάλων πόλεων που κυριαρχούσαν στη γύρω ύπαιθρο, προκειμένου να εγγυηθούν τα οικονομικά συμφέροντα των συντεχνιών. Όπως ειπώθηκε, η σταθερή δομή της συντεχνίας, βασισμένη στην εταιρική αλληλεγγύη, δημιούργησε μια πολιτική κουλτούρα ‘προ-ρεπουμπλικανισμού’ στις ισχυρές πόλεις που ήθελαν να κυβερνήσουν τον αστικό χώρο από μόνες τους, εφόσον η δεσπόζουσα θέση τους στο ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα τους παρείχε μια τέτοια πληθώρα πόρων, ώστε οι πρίγκιπες να μην έχουν άλλη επιλογή παρά να τους παραχωρήσουν μεγάλη αυτονομία». Το όραμα του Jacob van Artevelde συντρίφθηκε, όταν δεν έφτασε η αγγλική βοήθεια και ο ίδιος έπεσε θύμα των αντιπάλων του μέσα στην πόλη της Γάνδης, ενώ ο κόμης υποστήριξε τους πατρικίους που προηγουμένως τους είχαν εκδιώξει από την πόλη οι υφαντές.

Στη Φλάνδρα παρά την έντονη εξεγερτική δραστηριότητα δεν εμφανίστηκε ούτε ένα πρωτότυπο κείμενο στο οποίο να αντιμετωπίζεται με θεωρητικούς όρους η πολιτική αμφισβήτηση.

Η παραβίαση της τοπικότητας και η προσήλωση στην καιρικότητα (ευκαιρία και συγκυρία μαζί) έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη των εξεγέρσεων στη Φλάνδρα στο μέτρο που εκείνες δεν έμειναν αποκλειστική αστική υπόθεση, αλλά συμπαρέσυραν υπερκείμενους πιο ισχυρούς παράγοντες, όπως ο κόμης ή ο βασιλιάς, των οποίων οι πολιτικές σκοπεύσεις δεν ήταν ποτέ εύκολα αναγνωρίσιμες από τους εξεγερμένους. Η διαπίστωση αυτή στην ουσία συνοψίζει τη διαπίστωση ότι, αν και η πόλη στη Φλάνδρα μπορεί ως κοινωνική κανονικότητα να θεωρηθεί στη μια της όψη ως κλειστό σύστημα, συγχρόνως και αντιστρόφως λειτουργώντας στην άλλη της όψη ως οικονομική και πολιτική οντότητα αποτελούσε ανοικτό πεδίο διαμορφωνόμενο και από πολλούς άλλους εξωγενείς παράγοντες. Η σύμφυρση του οικονομικού με το πολιτικό στοιχείο έναντι του κοινωνικού σημαίνει ουσιαστικά ότι το εξεγερτικό φαινόμενο παραμένει εντέλει έκθετο από θεωρητική άποψη. Η κανονικότητα της πόλης στη Φλάνδρα ήταν διπλή και για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί εκεί ένα στιβαρό διεκδικητικό κίνημα, το οποίο θα επέβαλλε συνεχώς νέες εξισορροπήσεις ανάμεσα στην οικονομική ζωή και στην εξουσιαστική δομή.

Στη Φλάνδρα παρά την έντονη εξεγερτική δραστηριότητα δεν εμφανίστηκε ούτε ένα πρωτότυπο κείμενο στο οποίο να αντιμετωπίζεται με θεωρητικούς όρους η πολιτική αμφισβήτηση. Στην καλύτερη περίπτωση όλα κινούνταν γύρω από τον Αυγουστίνο και πολύ λιγότερο τον Θωμά Ακινάτη και τις ακόμη ασυναίσθητες απόπειρες να αντιμετωπισθεί όχι η αυθαιρεσία της απόλυτης εξουσίας, αλλά η ανησυχία απέναντι στη θρησκευτική αλήθεια. Ούτως ή άλλως, η Μεταρρύθμιση επίκειται και ήδη ο γερμανικός χώρος τροφοδοτούσε τις Νότιες Κάτω Χώρες με ένα ισχυρό ρεύμα μυστικισμού.

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου 

* Ο Σόλωνας Παπαγεωργίου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Νικολέττα Ι. Γιαντσή είναι Καθηγήτρια της ευρωπαϊκής μεσαιωνικής ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και για πολλά χρόνια συνεργάτης στα σεμινάρια ιστορίας της Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Παρίσι. Τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα αφορούν κυρίως θέματα κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας της Δυτικής Ευρώπης με ιδιαίτερη έμφαση στην εμπορική δραστηριότητα, την αστική ανάπτυξη, τις γυναίκες, τους φτωχούς, τα αιρετικά κινήματα.

Διδακτορική διατριβή (1993): «Εμπορευματική δραστηριότητα της Δύσης στην Ανατολή κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα». Άλλες δημοσιεύσεις: «Γυναικεία περιθωριακά κινήματα στην Ευρώπη του Ύστερου Μεσαίωνα» ( 2001), «Το Σχίσμα του 1054 και η Μεταρρύθμιση του Cluny» (2003), «Η αστική πραγματικότητα στο θέατρο του Μεσαίωνα» (2009), «Η συνάντηση του Οδυσσέα και των Καθαρών στα νερά της Μεσογείου» (2009).



- Advertisement -spot_img

Τελευταία άρθρα

- Advertisement -spot_img