
Δεν είναι Η πρώτη εξέγερση κατά του ισλαμικού φονταμενταλιστικού καθεστώτος τα τελευταία χρόνια, ούτε έδειχνε αρχικά ότι θα είναι σοβαρότερη ακόμα και από εκείνη που ακολούθησε τον θάνατο της 23χρονης Μάχσα Αμίνι τον Σεπτέμβριο του ’22 σε αστυνομικό τμήμα της Τεχεράνης, όπου είχε οδηγηθεί από την Αστυνομία Ηθών επειδή δεν φορούσε σωστά τη μαντίλα της – εξού και το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία».
Όμως κάθε μέρα που περνά, η κατάσταση εκτραχύνεται περισσότερο, με οργισμένες διαδηλώσεις να συνταράσσουν όλη τη χώρα, με κυβερνητικά κτίρια να καίγονται, με δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες θύματα της άγριας καταστολής με την οποία προσπαθούν να τιθασεύσουν την κατάσταση οι πραιτοριανοί του 86χρονου, πλέον, ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη Αγιατολάχ Χαμενεΐ που έχει μείνει ουσιαστικά χωρίς συμμάχους και που την παραίτηση ή και τη θανάτωσή του καθώς επίσης του Προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν απαιτούν επιτακτικά τα ξεσηκωμένα πλήθη. Θρυλείται μάλιστα ότι αν τα πράγματα ξεφύγουν εντελώς, υπάρχει έτοιμο σχέδιο διαφυγής τους στη Μόσχα, η οποία κρατά στάση αναμονής .
Σημείο εκκίνησης των διαμαρτυριών που ξεκίνησαν παραμονές της νέας χρονιάς είναι η ακρίβεια, η ανέχεια και η διαφθορά, με το εθνικό νόμισμα, το ριάλ, να έχει καταρρεύσει. Πρόκειται για φαινόμενα που οφείλονται κατά ένα μέρος στις αμερικανικές κυρώσεις, κατά ένα άλλο όμως –ίσως και μεγαλύτερο– στις προτεραιότητες των μουλάδων.
Η 8η Ιανουαρίου ήταν μια σημαδιακή μέρα, καθώς η Τεχεράνη σείστηκε κυριολεκτικά από μια τεράστια αντικαθεστωτική διαδήλωση που τρόμαξε τόσο το καθεστώς ώστε «κατέβασε» όλο το ίντερνετ, ενώ ούτε τα σταθερά τηλέφωνα λειτουργούσαν· χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι οι αποκαθηλώσεις των ανδριάντων τόσο του Ιρανού Προέδρου όσο και του Κασέμ Σολεϊμανί, διοικητή των ειδικών δυνάμεων Αλ-Κουντς των Φρουρών της Επανάστασης για ειδικές επιχειρήσεις εκτός Ιράν, που σκοτώθηκε το ’20 σε στοχευμένη αμερικανική αεροπορική επιδρομή και αναγορεύτηκε εθνικός ήρωας.

Ο Σολεϊμανί είχε αποκτήσει συμπάθειες και σε μια μερίδα της ευρωπαϊκής αριστεράς –«αλληλέγγυες» αφίσες με τη φάτσα του είχαν μάλιστα τοιχοκολληθεί τις προάλλες και στα Εξάρχεια με αφορμή την προβολή σχετικής ταινίας–, η οποία μοιάζει να παρακολουθεί αμήχανα, στην καλύτερη περίπτωση, τις εξελίξεις: το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν θεωρείται, ένεκα της ακραίας αντιαμερικανικής και αντιισραηλινής του ρητορικής, βασικός πόλος του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης» και αποτελεί τον κύριο τροφοδότη οργανώσεων όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι ισλαμιστές αντάρτες της Υεμένης.
Μια ευθεία, επομένως, αμφισβήτηση του status quo της Τεχεράνης θα υπονόμευε ένα συγκεκριμένο αφήγημα, άσχετα που ο ίδιος ο ιστορικός ηγέτης Αγιατολάχ Χομεϊνί εξόντωσε συστηματικά την ιρανική αριστερά που τον είχε στηρίξει μετά την επικράτησή του το 1979. Αρκετοί μάλιστα χαρακτηρίζουν τους εξεγερμένους ως «υποκινούμενους» από τους Αμερικανούς, τον Νετανιάχου και τους νοσταλγούς του Σάχη. Και ενώ αληθεύει ότι τόσο οι δύο πρώτοι όσο και ο επίδοξος διάδοχός του Ρεζά Παχλαβί σιγοντάρουν ανοιχτά για τους δικούς τους λόγους την εξέγερση –«Τελειώστε τους τυράννους!» έλεγε στο διάγγελμά του ο αμερικανοθρεμμένος πρίγκιπας-διάδοχος, «ξεχνώντας» προφανώς ποιανού η τυραννία έφερε τους Αγιατολάχ στην εξουσία–, και υπάρχουν, πιθανότατα, κάποιοι «βαλτοί» ανάμεσα στους διαδηλωτές (αρκετά συνθήματα έχουν άλλωστε ακουστεί υπέρ του Σάχη), η εξέγερση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συνολικά «κατευθυνόμενη».
Αλήθεια, πόσο κατευθυνόμενος μπορεί να είναι ένας «πολύχρωμος» ξεσηκωμός στον οποίο συμμετέχουν μαζικά φοιτητικές οργανώσεις, επαγγελματικές ενώσεις και σωματεία (από τους εργαζόμενους στα παζάρια μέχρι τους λογοτέχνες και τους κινηματογραφιστές), εργατικά συνδικάτα, αριστεροί και αναρχικοί ακτιβιστές/ακτιβίστριες, ολόκληρες εθνοτικές ομάδες, όπως οι Κούρδοι και οι Βαλούχοι, πλήθος νέες γυναίκες με ακάλυπτα πρόσωπα και μια νεολαία που θέλει επιτέλους να μπορέσει να ζήσει τη ζωή της ολόκληρη; Το ότι κάποιοι θα θελήσουν να τον χρησιμοποιήσουν για τους δικούς τους σκοπούς, όπως συχνά συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις (μια «αλλαγή παραδείγματος» στο Ιράν των 90 εκατ. κατοίκων θα είχε οπωσδήποτε καταλυτικές συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή) καθόλου δεν ακυρώνει την αξία και τη σημασία του.
Σημείο εκκίνησης των διαμαρτυριών που ξεκίνησαν παραμονές της νέας χρονιάς είναι η ακρίβεια, η ανέχεια και η διαφθορά, με το εθνικό νόμισμα, το ριάλ, να έχει καταρρεύσει. Πρόκειται για φαινόμενα που οφείλονται κατά ένα μέρος στις αμερικανικές κυρώσεις, κατά ένα άλλο όμως –ίσως και μεγαλύτερο– στις προτεραιότητες των μουλάδων, οι οποίες περιλαμβάνουν φυσικά τη συντήρηση και διαιώνιση του καθεστώτος, την πριμοδότηση των κοινωνικών ομάδων που το στηρίζουν, σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού, με τη διαρκή απειλή ενός εξωτερικού εχθρού (όπως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ τώρα αλλά και το Ιράκ του Σαντάμ παλιότερα) να λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος.
Ένα, μάλιστα, από τα πιο προβεβλημένα συνθήματα των διαδηλωτών ήταν το «Ούτε Γάζα, ούτε Λίβανος – η ζωή μου για το Ιράν», μια ευθεία αμφισβήτηση της τυχοδιωκτικής, οριακά ιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν στην προσπάθειά της να καταστεί υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη. Είναι αυτό που λέμε, «στην ίδια μας τη χώρα είναι ο εχθρός»! Τα αιτήματα όμως δεν είναι μόνο οικονομικά, επεκτείνονται «στην ανάκτηση βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, στην ανάκτηση της προσωπικής και συλλογικής μας αξιοπρέπειας, στον τερματισμό των πολιτικών της άρνησης, της περιθωριοποίησης, της φυσικής εξόντωσης, στο τέλος του σκοταδισμού και του τρόμου, στον τερματισμό της εθνικής, πολιτικής και πολιτιστικής καταπίεσης», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά Ιρανός ακτιβιστής.
Οποιαδήποτε εξέγερση επιχειρεί να αποτινάξει μια μπότα που πατά πάνω σε ένα ανθρώπινο πρόσωπο (χωρίς να σκοπεύει απλώς να την αντικαταστήσει με μια άλλη) είναι a priori δικαιωμένη, άσχετα από το τι θα συμβεί στη συνέχεια.
























