Μαρίσσα Τριανταφυλλιδου: «Το να αποδέχεσαι ότι δεν έχεις τον έλεγχο είναι η μεγαλύτερη δύναμη» – «Η νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ»

Δημοφιλή Άρθρα

More articles

Γεννήθηκα στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν το 1975. Το 1982 φτάσαμε από τη Μόσχα στη Θεσσαλονίκη και η ανάμνηση αυτού του ταξιδιού με έκανε να λατρέψω τα τρένα – όνειρό μου είναι να ταξιδέψω με τον Υπερσιβηρικό. Όσο υπήρχε το τρένο Θεσσαλονίκη-Κωνσταντινούπολη, το έπαιρνα συνέχεια.

• Στην Ελλάδα ήρθαμε με τη μαμά, τον μπαμπά και τον αδερφό μου μετά τη Μεταπολίτευση, οι γονείς μου ήταν δεύτερης γενιάς πολιτικοί πρόσφυγες. Από την Τασκένδη θυμάμαι τις φλαμουριές στους δρόμους, το φως και το άρωμα που είχαν, θυμάμαι πολύ μεγάλες μουριές, τα δέντρα. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που λατρεύω τις νεραντζιές, για το χρώμα και τη μυρωδιά τους, είναι το πιο αγαπημένο μου πράγμα στην Αθήνα.

• Ο πατέρας μου ήταν μηχανολόγος μηχανικός και η μαμά μου μηχανικός υδροτεχνικών έργων. Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα δεν υπήρχε αυτή η εξειδίκευση και η μητέρα μου αργότερα έδωσε εξετάσεις και πήρε το πτυχίο του πολιτικού μηχανικού. Στην αρχή, ο πατέρας μου δούλευε στα σφαγεία και η μητέρα μου καθάριζε γραφεία. Αργότερα δημιουργήθηκαν οι τεχνικές υπηρεσίες στους δήμους, έτσι η μητέρα μου άρχισε να εργάζεται στον δήμο Αμπελοκήπων και ο πατέρας μου στην τεχνική υπηρεσία του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου, και από εκεί συνταξιοδοτήθηκε – μάλιστα, προτού πεθάνει έγινε και διδάκτορας.

«Το να αποδέχεσαι ότι δεν έχεις τον έλεγχο είναι η μεγαλύτερη δύναμη, όπως και το να μοιράζεσαι την ευαλωτότητα και την ευθραυστότητά σου. Πρόσφατα συνειδητοποίησα ότι αυτή είναι η δύναμή μου, μου δίνει μια άλλου είδους ελευθερία».

• Ελληνικά μιλούσαμε πάντα, γιατί ο παππούς μου ήταν δάσκαλος ελληνικών. Η δεύτερη γλώσσα ήταν τα ρωσικά. Εγκατασταθήκαμε στη Θεσσαλονίκη και ενσωματωθήκαμε πολύ γρήγορα στο νέο περιβάλλον, πήγαμε σχολείο, γύρω μας έμενε όλη η οικογένεια, δεν είχαμε προβλήματα προσαρμογής. Αυτό, βέβαια, που θυμάμαι είναι ότι οι γειτόνισσες στις αρχές ρωτούσαν συνέχεια τη μαμά μου αν είμαστε άρρωστοι με τον αδερφό μου, γιατί τρώγαμε για πρώτο πιάτο σούπα και πίναμε τσάι.

• Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα, ήμουν επτά ετών και ήξερα να κάνω αριθμητικές πράξεις, τα μαθηματικά ήταν το ατού μου, αλλά στη γλώσσα δεν ένιωθα επαρκής και διάβαζα συνέχεια. Η μαμά μου στη Δ’ δημοτικού μού έκανε δώρο τον «Φάουστ», τρεις τόμους, για τα γενέθλιά μου. Και μέχρι να τελειώσω το δημοτικό είχα διαβάσει όλο τον Ιούλιο Βερν. Μεγαλώνοντας την ευγνωμονώ βέβαια τη μητέρα μου, αλλά τότε κάναμε συμβούλιο με τον αδερφό μου και είπαμε στους γονείς μας «διαλέξτε μια γιορτή μέσα στον χρόνο που δεν θα μας κάνετε δώρο βιβλία».

Μαρίσσα ΤριανταφυλλίδουFacebook Twitter
Σε σκηνή από την ταινία «Η δουλειά της» του Νίκου Labôt.

• Στο σχολείο ήμουνα πολύ καλή μαθήτρια, αλλά στο λύκειο αποφάσισα ότι με κούρασε να είμαι το καλό παιδί και σταμάτησα να διαβάζω όσο τα προηγούμενα χρόνια, οπότε από 19,5 άρχισα να βγάζω 17άρια. Δεν με είχε χτυπήσει η εφηβεία, αυτή την πέρασα πολύ καθυστερημένα, μετά τα είκοσι. Αυτό που ήθελα ήταν να γίνω νευροεπιστήμονας, είχα προετοιμαστεί να πάω στο Παρίσι και να ξεκινήσω κάνοντας Ψυχολογία. Είχα φτιάξει τα χαρτιά μου για να φύγω, μέχρι που η μαμά μου και μια φίλη μου, η Μαρίνα, που είναι ο βράχος μου μέχρι σήμερα, με έπεισαν να δώσω εξετάσεις στη δραματική σχολή. Αυτό που μοιάζει παράδοξο να έχει συμβεί σε ένα ελληνικό σπίτι, στο δικό μας έμοιαζε φυσικό και εξηγείται, γιατί η μαμά μου μεγάλωσε σε μια χώρα και σε ένα πλαίσιο που το να είσαι καλλιτέχνης είναι συνώνυμο της ύψιστης καλλιέργειας, θεωρείται αξίωμα. Για τη μητέρα μου, που αγαπούσε την όπερα, πήγαινε στο θέατρο, το να είναι κάποιος ηθοποιός στην οικογένειά μας ήταν τιμή.

• Έδωσα λοιπόν εξετάσεις στο Κρατικό και πέρασα. Εκεί έκανα τις σπουδές μου και από εκεί αποφοίτησα. Ήταν πολύ ωραία χρόνια, γιατί είχαμε την τύχη να έχει έρθει στο Κρατικό ο Βασίλης Παπαβασιλείου, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος, η επιτομή της γνώσης, της αίσθησης, της αισθητικής. Θυμάμαι την ημέρα που έδωσα εξετάσεις να ακούω τη χαρακτηριστική φωνή του από το βάθος να ρωτάει «ποδόσφαιρο ξέρετε;» και όταν απάντησα «είμαι πολύ καλή τερματοφύλακας», συνέχισε με την ερώτηση-παγίδα «ποια είναι η αγαπημένη σας ελληνική ταινία;». Εγώ δεν είχα δει ελληνικές ταινίες, δεν βλέπαμε τηλεόραση στο σπίτι, σε μεγάλη ηλικία είδα τις ταινίες της Αλίκης, τη Ρένα Βλαχοπούλου. Θυμάμαι το γέλιο του μέσα στο σκοτάδι, όταν του είπα ότι δεν έχω δει ελληνικές ταινίες. Είχαμε δει όμως όλο τον Ταρκόφσκι.

• Άλλαξαν τότε πολλά πράγματα, και στο θέατρο και στη σχολή. Άλλαξε ο τρόπος που μαθαίναμε και όλη η προσέγγιση στην υποκριτική κι αυτό είχε μεγάλο ενδιαφέρον.

• Ένα βράδυ στον Μύλο, από τον Γιώργο Χριστιανάκη γνώρισα τον Νίκο Τριανταφυλλίδη που έκανε το «Μαύρο Γάλα» και έψαχνε ένα κορίτσι για να παίξει στην ταινία. Έτσι, κατέβηκα στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1998 για να κάνω τα γυρίσματα. Έμενα σε ένα ισόγειο στη Δαμάρεως, στο Παγκράτι, και είχα πάθει σοκ με την Αθήνα. Είχα ερωτευθεί το φως και το κλίμα της, που έχει αλλάξει σήμερα δυστυχώς, και ένιωθα σαν να είμαι στον Παράδεισο. Κάθε μέρα που έβγαινα από το σπίτι μου ένιωθα να με λούζει ένα φως ιαματικό. Στα γυρίσματα γνώρισα τον πρώτο μου άντρα· μείναμε αρχικά στην Κυψέλη, κάναμε τα δυο παιδιά μας, μετά μετακόμισα στο Θησείο και ζήσαμε εκεί για χρόνια, στην Επταχάλκου – έχω απίστευτες αναμνήσεις, τη λατρεύω αυτήν τη γειτονιά. Τα τελευταία χρόνια μένω στου Φιλοπάππου. Αυτή ήταν η «βόλτα μου» στην πόλη, που είναι πόλη μου πια, εδώ έχω γεννήσει τις κόρες μου, έχω πενθήσει ανθρώπους που αγαπώ, έχω κλάψει, έχω γελάσει, έχω κερδίσει και έχω χάσει πάρα πολλούς φίλους.

Μαρίσσα ΤριανταφυλλίδουFacebook Twitter
«Ένα βράδυ στον Μύλο, από τον Γιώργο Χριστιανάκη γνώρισα τον Νίκο Τριανταφυλλίδη που έκανε το “Μαύρο Γάλα” και έψαχνε ένα κορίτσι για να παίξει στην ταινία. Έτσι, κατέβηκα στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1998 για να κάνω τα γυρίσματα».

• Μετά το «Μαύρο Γάλα», άρχισα να δουλεύω στο ταμείο του θεάτρου Σφενδόνη με την Άννα Κοκκίνου. Ήταν η πρώτη μου δουλειά στην Αθήνα. Στη συνέχεια έγινα και ταξιθέτρια. Η πρώτη μου θεατρική δουλειά ήταν στο ίδιο θέατρο, ως βοηθός του Κωνσταντίνου Γιάνναρη που σκηνοθέτησε την παράσταση «Κοκτό-Ντίκινσον-Μπέκετ».

• Η πρώτη παράσταση που έπαιξα στην Αθήνα ήταν το «Δεκαήμερο των γυναικών». Εκεί λοιπόν γνωριστήκαμε – έκανες ένα θέμα για το ελληνικό θέατρο και μου είπες «ποτέ δεν θα γράψουν το “Μαρίσσα” με δύο σίγμα», και επαληθεύτηκες. Σπανίως γράφουν σωστά το όνομά μου, κάθε φορά που το βλέπω θυμάμαι αυτήν τη σκηνή και γελάω. Μετά έκανα τη Νίνα στον «Γλάρο» του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και ανάμεσα σε αυτές τις παραστάσεις γέννησα και τα παιδιά μου. Δεν φοβήθηκα ποτέ ότι το να γίνω μητέρα θα ανέκοπτε την καριέρα μου. Δεν ήμουνα ποτέ πολύ φιλόδοξη, ίσως γιατί αυτή η δουλειά δεν ήταν το όνειρό μου. Εγώ αγάπησα το θέατρο γιατί με απελευθέρωνε η διαδικασία, όχι το αποτέλεσμα. Δεν με ενδιέφερε η δημοσιότητα και ένιωθα και κάπως αμήχανα όταν με αναγνώριζαν.

• Εν τω μεταξύ χώρισα, συνέχισα να δουλεύω, έκανα έναν ρόλο στο «Δέκα» του Καραγάτση, που ήταν μεγάλη παραγωγή και εκεί με είδε πολύς κόσμος. Με φώναξε ο Θωμάς Μοσχόπουλος να παίξω στη «Δωδέκατη Νύχτα». Σε αυτή την παράσταση γνώρισα τον Νίκο Καραθάνο που έχω την τύχη να είναι φίλος μου, ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα στη ζωή μου.

• Τελείωσαν οι παραστάσεις, δυο μέρες αργότερα ξεκίνησαν οι πρόβες με τον Βίκο Ναχμία για το Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260, το 2010, και εκεί έπαθα το ατύχημα. Κάναμε μια παράσταση με συρραφή μονολόγων της Κασσάνδρας, που θα ανέβαινε σε έναν χώρο που από τότε δεν ξαναμπήκε σε λειτουργία – ήταν ένα συνεργείο δίπλα στο Κτίριο Η. Η παράσταση θα ξεκινούσε με ένα δίστιχο της Κλυταιμνήστρας και στο διάλειμμα της πρόβας ήθελα να δοκιμάσω αν μπορεί η Κλυταιμνήστρα να εμφανιστεί πάνω στον τοίχο, να τσεκάρω την πρόσβαση. Και έπεσα.

• Την ώρα που έπεφτα ένιωσα τη διαστολή του χρόνου, σαν να έπεφτα πολύ αργά. Η επόμενη ανάμνηση, επειδή έπεσα από τη μεριά της Καλών Τεχνών και δεν μπορούσαν να με δουν, ήταν η φωνή του Βασίλη Καραμπούλα που με φώναζε, με έψαχνε. Εγώ είχα παραλύσει από τον λαιμό και κάτω και δεν μπορούσα να φωνάξω. Ένιωσα να πεθαίνω, έβλεπα σε φλασιές όλη τη ζωή μου. Το αμέσως επόμενο που θυμάμαι είναι ο Βασίλης να έχει βγάλει το κεφάλι του πάνω από τον τοίχο και να φωνάζει «Μαρισσάκι, εδώ είμαι» και να χαμογελάει. Σε εκείνη τη φάση σκέφτηκα «με βρήκανε», γιατί είχα πέσει σε ένα δυσπρόσιτο σημείο που από τότε έχω πάει πολλές φορές να το δω. Στην αρχή πάθαινα κρίση πανικού και ταχυκαρδία. Πήγα πρόσφατα πάλι, αλλά τώρα κοιτάζω το μέρος και λέω με ψυχραιμία «από εδώ ξεκίνησε η νέα μου ζωή».

Μαρίσσα ΤριανταφυλλίδουFacebook Twitter
«Από το νοσοκομείο μέχρι τώρα έχασα και κέρδισα πολλούς ανθρώπους, φίλους και οικογένεια. Είναι σαν να ξαναγεννήθηκα, τα έμαθα όλα από την αρχή: να περπατάω, να τρώω, να πλένω τα δόντια μου». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Είχα ξεκινήσει πρόβες αλλά δεν με είχαν ασφαλίσει ακόμα, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να πάρω ούτε αποζημίωση, ούτε θεωρήθηκε εργατικό ατύχημα αυτό που μου συνέβη. Το λέω σε όλους πλέον: μην ξεκινάτε ούτε για περίπατο ανασφάλιστοι. Γιατί δεν ενδιαφέρθηκε κανένας, ούτε οι άνθρωποι με τους οποίους δούλευα ούτε το φεστιβάλ, πρακτικά. Έχω κάνει μια μεγάλη διαδρομή, έχω συγχωρέσει πια και έχω αποδεχτεί. Τα παιδιά μου ήταν το κίνητρό μου για να συνεχίσω και να βρίσκω δύναμη, να λέω ότι δεν νιώθω τα πόδια μου αλλά θα περπατήσω, γιατί είχε επανέλθει η κινητικότητα, η αίσθηση στο δεξί μου πόδι όμως δεν έχει επανέλθει ακόμα και σήμερα.

• Η νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ. Ήμουν παράλυτη από τον λαιμό και κάτω και σιγά σιγά άρχισα να ανακτώ την κίνηση στα χέρια, αλλά από τον αφαλό και κάτω δεν είχα καμία αίσθηση. Το νοσοκομείο είναι μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες της ζωής μου, γιατί ο αδελφός μου, αυτός ο καταπληκτικός άνθρωπος, συντόνισε μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων. Από το νοσοκομείο μέχρι τώρα έχασα και κέρδισα πολλούς ανθρώπους, φίλους και οικογένεια. Είναι σαν να ξαναγεννήθηκα, τα έμαθα όλα από την αρχή: να περπατάω, να τρώω, να πλένω τα δόντια μου.

• Φέτος λοιπόν είναι ο πρώτος χρόνος που αποφάσισα ότι κουράστηκα να δείχνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι ή να μη λέω στους άλλους αυτό που διαχειρίζομαι και μου συμβαίνει ή να θεωρώ ότι οι άλλοι δεν πρέπει να καταλάβουν τον βαθμό της αναπηρίας που έχω ή με ποιο τρόπο διαχειρίζομαι ζητήματα και αισθητικά και ψυχολογικά, που συνήθως τα αφήνουμε τελευταία.

• Αλλάζοντας αυτό, άλλαξαν και οι δυναμικές με τους γύρω μου. Μαλάκωσε ο τρόπος με τον οποίο φερόμουν στον εαυτό μου για να αντεπεξέλθει σε κάτι που δεν ήμουνα. Ήθελα να δείχνω ότι είμαι δυνατή, ότι μπορώ να δουλεύω, και όταν δεν ένιωθα καλά αποσυρόμουν, δεν με έβλεπε άνθρωπος. Ενώ τώρα με βλέπουν και με αγαπούν όπως και να είμαι, κι αυτό είναι υπέροχο όταν συμβαίνει.

• Η αποθεραπεία μου κρατά μέχρι σήμερα και θα συνεχιστεί για πάντα. Ωστόσο ξεκίνησα να δουλεύω πολύ γρήγορα γιατί ήθελα να έχω κίνητρο να είμαι εκτός σπιτιού. Αντιστεκόμουν σε αυτό που μου είχε συμβεί, αλλά ήταν τα παιδιά μου αυτά που με οδηγούσαν προς τα εμπρός, ήθελα να είμαι εκεί, όσο μπορούσα, με μια περιορισμένη λειτουργία του σώματος, χωρίς μιζέρια και δυστυχία. Ακόμα και σήμερα, δεν μου έχει περάσει από το μυαλό να αναρωτηθώ «γιατί σε μένα;».

• Πολύ αργότερα, πέντε χρόνια μετά, έπαθα κατάθλιψη όταν μου είπαν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να γίνω καλύτερα. Πίστευα ότι θα γυρίσω εκεί που ήμουν παλιά. Όσο το σκέφτομαι τώρα, ήθελα να είμαι ο άνθρωπος που ήμουν πριν, το πάλευα πολύ, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν συμβαίνει στη ζωή, δεν είμαστε το ίδιο ούτε με αυτό που ήμασταν το προηγούμενο λεπτό. Εκεί κατέρρευσα. Και από εκεί ξεκίνησε και η φάση της αποδοχής.

Μαρίσσα ΤριανταφυλλίδουFacebook Twitter
«Δεν θα έκανα τον “Χορό των Εραστών” αν δεν ήταν η Στέγη, που μου είπαν “δεν θέλουμε να ανησυχείς, γιατί αν μια μέρα δεν μπορείς να παίξεις, δεν θα παίξεις”. Όταν διάβασα αυτό το κείμενο σκέφτηκα “είμαι κομμάτι αυτού του κειμένου”». Φωτ.: Stephie Grape/ Onassis Stegi

• Και έτσι πέρσι, έπειτα από δεκαπέντε χρόνια, έπαιξα ξανά στο θέατρο, στον «Χορό των εραστών» του Τιάγκο Ροντρίγκες. Δεν θα το έκανα αν δεν ήταν η Στέγη, που μου είπαν «δεν θέλουμε να ανησυχείς, γιατί αν μια μέρα δεν μπορείς να παίξεις, δεν θα παίξεις». Όταν διάβασα αυτό το κείμενο σκέφτηκα «είμαι κομμάτι αυτού του κειμένου». Ήθελα να το κάνω και εκείνοι μου έδωσαν μια ελευθερία, γιατί εγώ ένιωθα ότι δεν θα ήμουν συνεπής, ότι μια μέρα δεν θα μπορούσα να σηκωθώ ή να περπατήσω και δεν ήθελα να πάρω μια τέτοια ευθύνη. Και φυσικά, έπαιξε ρόλο σε αυτή την απόφαση το ότι θα ήμασταν μαζί με τον Νίκο. Αυτό λοιπόν, το να μπορώ να είμαι ο άνθρωπος που είμαι τώρα και ενώ είμαι πάνω στη σκηνή να μοιράζομαι αυτό που είμαι και ταυτοχρόνως να εκφράζομαι μέσα από αυτό το κείμενο, ήταν το τελικό στάδιο της αποθεραπείας μου.

• Είμαι άνθρωπος που δεν θυμώνει – όσοι με γνωρίζουν, το γνωρίζουν κι αυτό. Για πολλά χρόνια δεν είχα θυμό ούτε γι’ αυτό που μου συνέβη. Το στάδιο του θυμού το πέρασα πριν από τέσσερα χρόνια – θύμωσα γιατί δεν φρόντισα όσο έπρεπε τον εαυτό μου. Θύμωσα γιατί έπρεπε να γίνουν κάποια πράγματα, κάποιες κινήσεις, για να έχω συνεχή φροντίδα, που εγώ δεν ήμουν σε θέση, λόγω της κατάστασής μου, να κάνω ώστε να πλαισιωθώ με έναν τρόπο σταθερό και μόνιμο. Θα έπρεπε να έχουν γίνει κάποιες κινήσεις νομικά, ώστε να μπορώ να παίρνω και αποζημίωση και κάποιο επίδομα. Όλα αυτά τα χρόνια υπήρχε φροντίδα, αλλά από ανθρώπους μεμονωμένους –από την καλοσύνη των ξένων, όπως λέω–, από ανθρώπους που έγιναν οικογένειά μου και έσπευσαν να μου πληρώνουν ακόμα και το νοίκι. Αυτό ήταν δώρο, αλλά δεν ήταν και σωστό. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεν είναι μόνο τα ιατρικά που τρέχουν, τρέχει όλη η ζωή και οι ανάγκες της.

• Όταν βγήκα από το ΚΑΤ, ήθελα και ξεκίνησα να δουλεύω σύντομα. Έκανα κάποιες ταινίες, το «Wasted Youth» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου – μάλιστα επέστρεψα στο ΚΑΤ για να κάνουμε τα γυρίσματα, που τα έκανα με κηδεμόνα, δεν περπατούσα ακόμα κανονικά. Πήρα τηλέφωνο τον Νίκο και του είπα ότι ήθελα να δουλέψω μαζί του στο «Δεκαήμερο», ως βοηθός του – είχα το θέμα με την κατάθλιψη και ήθελα να ξεκολλήσω, να αναλάβω κάποιες ευθύνες. Κι έτσι έκανα restart. Ήρθαν σαν ευχή και το «Mom’s Movie» της Στέλλας Κυριακοπούλου και το «Xenia» του Πάνου Κούτρα και το «Στο σπίτι» του Θανάση Καρανικόλα. Έτσι πήρα θάρρος, συνέχισα να δουλεύω σταθερά με τον Νίκο. Πηγαινοερχόμουν για δυο χρόνια σε μια κλινική στη Γερμανία, έκανα την ταινία «Η δουλειά της» και μετά ήρθε ο Covid.

• Ετοιμαζόμασταν τότε να κάνουμε τη «Μέσα Χώρα» στη Λυρική, αλλά όλα σταμάτησαν και μείναμε πολλοί άνθρωποι χωρίς δουλειά και χωρίς χρήματα. Ξεκίνησα τότε να διδάσκω και συνειδητοποίησα ότι είναι ένα από τα πράγματα που λατρεύω. Έκανα το «Dodo» με τον Πάνο Κούτρα, είχε αρχίσει να ανθίζει και η τηλεόραση, οπότε κάναμε με τον Χριστόφορο το «Maestro» και συνεχίζουμε.

• Νιώθω πολύ τυχερή που είμαι στο «Maestro» και στον «Χορό των εραστών», γιατί είμαι και στις δύο περιπτώσεις σε ένα πλαίσιο πολύ συμπεριληπτικό. Εκτιμώ αφάνταστα το πώς διαχειρίζονται οι άνθρωποι την αναπηρία μου. Έχω την τύχη να μπορώ να δουλεύω με έναν τρόπο που με κάνει και δυναμώνω ακόμα περισσότερο.

cover
Στο «Xenia» του Πάνου Κούτρα.

• Τον Γιώργο Δούσο, τον άντρα μου, για τον οποίο μπορώ να μιλάω με τις ώρες, τον γνώρισα στην «Οπερέτα» του Γκομπρόβιτς, όταν δούλευα με τον Νίκο στο Εθνικό – ήταν μουσικός στην παράσταση, πολυοργανίστας.

• Δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να ανοίξω ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μου, το είχα αποκλείσει και πριν από το ατύχημα, γιατί είχα χωρίσει, είχα τα παιδιά μου, είχα φτιάξει ένα οχυρό για να μπορώ να είμαι ασφαλής. Το να βάλω έναν σύντροφο στη ζωή μου το θεωρούσα απίθανο, και ούτε το έψαχνα. Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι όλα αυτά μού συνέβησαν για να μπορώ να καταλάβω τι είναι η πραγματική αγάπη, τι σημαίνει να συνδέεσαι πολύ βαθιά και ουσιαστικά με έναν άνθρωπο.

• Πριν από το ατύχημα είχα μια έπαρση, νόμιζα ότι μπορώ να τα κάνω όλα, ότι ήμουν άτρωτη, δούλευα σε τρεις δουλειές και μας συντηρούσα, πίστευα ότι τίποτα δεν μπορεί να με αγγίξει και να με ρίξει, ότι είμαι δυνατή και μπορώ να καταφέρω μόνη μου τα πάντα. Αυτή η πίστη, φυσικά, διαλύθηκε. Και δεν έχω μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη στη ζωή μου για κάτι άλλο, πέρα από το ότι αυτή η πίστη συντρίφτηκε. Είναι η μεγαλύτερη αποκάλυψη της ζωής μου, να καταλάβω τι σημαίνει πραγματικά να μοιράζεσαι, να ζητάς και να δέχεσαι βοήθεια και να μπορείς να δέχεσαι την αγάπη, δεν είναι καθόλου εύκολο.

Μαρίσσα ΤριανταφυλλίδουFacebook Twitter
«Νιώθω πολύ τυχερή που είμαι στο “Maestro” και στον “Χορό των εραστών”, γιατί είμαι και στις δύο περιπτώσεις σε ένα πλαίσιο πολύ συμπεριληπτικό».

• Αυτή η πίστη που χάθηκε, αντικαταστάθηκε από μια πίστη στη ζωή, από τη βαθιά αίσθηση  της εμπιστοσύνης που πριν δεν την είχα. Πριν, πίστευα στη δύναμη τη δική μου, ότι μπορώ και θέλω να ορίζω τα πράγματα όπως θέλω εγώ. Το να αποδέχεσαι ότι δεν έχεις τον έλεγχο είναι η μεγαλύτερη δύναμη, όπως και το να μοιράζεσαι την ευαλωτότητα και την ευθραυστότητά σου. Πρόσφατα συνειδητοποίησα ότι αυτή είναι η δύναμή μου, η ομολογία του ότι μπορώ να είμαι τρωτή· είναι μια άλλου είδους ελευθερία, αλλά ως γυναίκα δύσκολα θα μπορούσα να το ομολογήσω νωρίτερα, η επιβίωσή μας είναι ένας γολγοθάς.

• Υπάρχει μια ημερομηνία, η 27η Απριλίου, η ημέρα του ατυχήματός μου, που κάθε χρόνο κάνω κάτι που δεν έχω ξανακάνει. Αυτή την ημερομηνία επέλεξε ο Γιώργος το 2020 να μου κάνει πρόταση γάμου και ζήτησε το χέρι μου από τις κόρες μου. Και πέρσι καταφέραμε, δεκαπέντε χρόνια από το ατύχημα, να κάνουμε τον γύρο της Ισλανδίας, που ήταν το όνειρό μας.

• Η ζωή σήμερα είναι γαλήνια, χαρούμενη, και το πιο φοβερό είναι κάτι που δεν μπορούσα να φανταστώ, ότι κάθε πρωί που ξυπνάω θα βλέπω τον Γιώργο και θα νιώθω ότι είναι η πρώτη μέρα που τον γνωρίζω, ότι έχω τον ίδιο ενθουσιασμό ξυπνώντας με αυτόν τον τύπο δίπλα μου.

• Ένα μεγάλο παράθυρο στη ζωή μας είναι η τέχνη. Ζούμε μέσα στη μουσική. Ο τελευταίος δίσκος του Γιώργου λέγεται «lupus», το ακρωνύμιο του «love upon pain upon suffering», που καταγράφει μουσικά αυτά που μου συμβαίνουν, γιατί τα τελευταία τρία χρόνια διαγνώστηκα και με λύκο. Η μεγάλη μου αγάπη και επιρροή είναι ο Ραχμάνινοφ. Ο ρυθμός του, ειδικά στα πρελούδια, είναι, νομίζω, ο εσωτερικός μου ρυθμός. Και η ποίηση της Έμιλι Ντίκινσον είναι οι λέξεις που δεν έχω εκφέρει με αυτόν τον τρόπο. Υπάρχει και ένα άλλο όνομα που από τότε που με θυμάμαι μέχρι σήμερα ακούω, η Λένα Πλάτωνος. Και μια άλλη ακόμα σπουδαία γυναίκα, η Τρέισι Έμιν: παρακολουθώ στο Instagram τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τα ζητήματα της υγείας της και τη ζωή της και για μένα αποτελεί ένα παράδειγμα που με βοήθησε πολύ να διαχειριστώ και την περίπτωσή μου.

Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου αφηγείται τη ζωή της στη LifO.



- Advertisement -spot_img

Τελευταία άρθρα

- Advertisement -spot_img