Με απόφαση του Εφετείου το 2019 αναγνωρίστηκε ο πατέρας του παιδιού της λεγόμενης «Σάντη», παρόλο που ο ίδιος είχε αρνηθεί να προβεί σε εξέταση DNA.
Το αίτημά της έγινε δεκτό από το Δικαστήριο παρά την ένσταση του εν λόγω άντρα. Στη συνέχεια, το Εφετείο επικύρωσε πλήρως την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Η απόφαση του Εφετείου
Το Εφετείο επικύρωσε πλήρως απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι ο εφεσείων είναι ο βιολογικός πατέρας ανήλικου παιδιού που γεννήθηκε εκτός γάμου στις 3 Μαρτίου 2010, απορρίπτοντας στο σύνολό της την έφεση που είχε ασκήσει. Με την τελεσίδικη κρίση του, το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα τόσο στην αξιοπιστία της μαρτυρίας της μητέρας του παιδιού και της δικής της μητέρας, όσο και στην άρνηση του εφεσείοντος να υποβληθεί σε γενετικές εξετάσεις DNA, κρίνοντας ότι η στάση αυτή οδηγεί ευθέως στο συμπέρασμα της πατρότητας.
Η υπόθεση ξεκίνησε με αίτηση που είχε καταχωρίσει το 2012 η μητέρα του παιδιού ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ζητούσε δικαστική αναγνώριση ότι ο καθ’ ου η αίτηση ήταν ο φυσικός πατέρας της κόρης της, η οποία τότε ήταν σχεδόν δύο ετών. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα, γεγονός που οδήγησε τον άνδρα στην άσκηση έφεσης.
Στην προσφυγή του ενώπιον του Εφετείου, ο εφεσείων προέβαλε τρεις λόγους ακύρωσης της πρωτόδικης απόφασης. Οι δύο πρώτοι αφορούσαν τον τρόπο εφαρμογής του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου και ειδικότερα το άρθρο 9, ενώ ο τρίτος στρεφόταν κατά της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των πραγματικών ευρημάτων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Η αποδεικτική διαδικασία στην πρώτη βαθμίδα είχε διεξαχθεί με ένορκες δηλώσεις και προφορική μαρτυρία. Η μητέρα του παιδιού περιέγραψε με λεπτομέρεια τη σχέση που, όπως υποστήριξε, διατηρούσε με τον εφεσείοντα από τον Οκτώβριο του 2008 έως και τον Ιούνιο του 2009. Κατά την εκδοχή της, υπήρχαν πολύ συχνές ερωτικές συνευρέσεις στην οικία της μητέρας της. Την αφήγησή της επιβεβαίωσε η ίδια η μητέρα της, η οποία κατέθεσε ότι γνώριζε τη σχέση και ότι οι συναντήσεις λάμβαναν χώρα στο σπίτι της.
Η αιτήτρια ανέφερε ακόμη ότι όταν ενημέρωσε τον εφεσείοντα πως ήταν έγκυος, εκείνος αντέδρασε θετικά και εμφανίστηκε διατεθειμένος να αναγνωρίσει το παιδί ως δικό του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, μάλιστα, οι δύο πλευρές είχαν υποβληθεί και σε αιματολογικές εξετάσεις για τη διερεύνηση τυχόν φορείας μεσογειακής αναιμίας, στοιχείο που το Δικαστήριο θεώρησε ενδεικτικό της τότε στάσης του.
Αντίθετα, ο εφεσείων αρνήθηκε οποιαδήποτε ερωτική σχέση και υποστήριξε ότι η γνωριμία τους ήταν αποκλειστικά επαγγελματική, επειδή η γυναίκα εργαζόταν σε εταιρεία της οικογένειάς του. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι το παιδί ήταν καρπός σχέσης της με άλλον άνδρα. Ωστόσο, όπως σημειώνει το Εφετείο, δεν προσκόμισε καμία ουσιαστική μαρτυρία ή αποδεικτικό υλικό προς ενίσχυση αυτών των ισχυρισμών.
Το Εφετείο στάθηκε ιδιαίτερα στην ποιότητα της πρωτόδικης αιτιολογίας. Όπως αναφέρει, το Οικογενειακό Δικαστήριο ανέλυσε σχολαστικά κάθε πτυχή της μαρτυρίας, υπέβαλε τα λεγόμενα των διαδίκων στη δοκιμασία της λογικής και κατέληξε τεκμηριωμένα ότι η εκδοχή της μητέρας του παιδιού και της μητέρας της ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Αντίθετα, η μαρτυρία του εφεσείοντος κρίθηκε μη ικανοποιητική και αναξιόπιστη.
Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας, το Εφετείο ήταν απορριπτικό. Επισημαίνει ότι ο σχετικός λόγος έφεσης διατυπώθηκε με γενικόλογο τρόπο, χωρίς να προσδιορίζεται ποια ακριβώς ευρήματα ήταν λανθασμένα και με ποιον τρόπο το πρωτόδικο δικαστήριο είχε σφάλλει. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν υπήρχε επαρκής βάση παρέμβασης.
Αναφορικά με τη νομική συζήτηση γύρω από το «κρίσιμο διάστημα της σύλληψης», το Ανώτερο Δικαστήριο έκρινε ότι τα επιχειρήματα του εφεσείοντος ήταν χωρίς πρακτική σημασία για την έκβαση της υπόθεσης. Όπως εξηγεί, το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ήδη δεχθεί ως γεγονός ότι υπήρχε συνεχής ερωτική σχέση μεταξύ των δύο πλευρών από τα τέλη του 2008 έως τον Ιούνιο του 2009, δηλαδή σε χρονική περίοδο που καλύπτει τη σύλληψη του παιδιού. Συνεπώς, ακόμη και η συζήτηση περί ανάγκης ιατρικής μαρτυρίας για τον ακριβή χρόνο σύλληψης δεν μπορούσε να ανατρέψει το ουσιώδες εύρημα ότι οι δύο βρίσκονταν σε σαρκική σχέση στο κρίσιμο διάστημα.
Το πλέον καθοριστικό σημείο της απόφασης, ωστόσο, ήταν άλλο. Το Εφετείο υπογράμμισε ότι ο εφεσείων δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά με το γεγονός ότι είχε αρνηθεί να συμμορφωθεί με δικαστικό διάταγμα για εξέταση DNA, το οποίο είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 24Α του νόμου. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει τις εξηγήσεις που έδωσε για την άρνησή του και είχε καταλήξει ότι το μοναδικό εύλογο συμπέρασμα από τη στάση του ήταν πως γνώριζε ότι είναι ο βιολογικός πατέρας.
Η διατύπωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν ιδιαίτερα αυστηρή: χαρακτήρισε την άρνηση ως «τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας» που οδηγεί στο συμπέρασμα της πατρότητας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η μαρτυρία της μητέρας και της γιαγιάς είχε γίνει αποδεκτή, ενώ του ίδιου είχε απορριφθεί ως αναληθής. Το Εφετείο υιοθέτησε πλήρως αυτή την προσέγγιση και επισήμανε ότι η κρίση αυτή, ακόμη και αυτοτελώς, αρκούσε για να στηρίξει την τελική κατάληξη.
Με αυτά τα δεδομένα, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της. Το Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ της εφεσίβλητης δικαστικά έξοδα ύψους 3.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, επιβαρύνοντας τον εφεσείοντα.




