Το λεοντόψαρο, ένα από τα πλέον γνωστά ξενικά και εισβλητικά είδη που έχουν εγκατασταθεί στη Μεσόγειο, μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης για τον περιορισμό της εξάπλωσής του μέσω της κατανάλωσής του, ανέφερε ο Ωκεανολόγος και Βιολόγος Ευαγόρας Ησαΐας.
Ο κ. Ησαΐας σημείωσε ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα εύγευστο ψάρι, το οποίο μπορεί εύκολα να ενταχθεί στις διατροφικές συνήθειες των καταναλωτών στη Μεσόγειο.
Εξήγησε ότι το λεοντόψαρο είναι λεσεψιανός μετανάστης, καθώς εισήλθε στη Μεσόγειο από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, με καταγωγή από τον Ινδικό Ωκεανό. Ως εκ τούτου, θεωρείται ξενικό και παράλληλα εισβλητικό είδος, αφού επηρεάζει αρνητικά τα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Όπως διευκρίνισε, σε αντίθεση με τον λαγοκέφαλο, το λεοντόψαρο είναι ασφαλές για κατανάλωση. Το δηλητήριό του δεν βρίσκεται στη σάρκα, αλλά στις άκανθες των πτερυγίων του, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν έντονο πόνο σε περίπτωση τσιμπήματος. Ο μηχανισμός δράσης, όπως είπε, είναι παρόμοιος με εκείνον της σκορπίνας, ωστόσο με τον σωστό χειρισμό και την αφαίρεση των δηλητηριωδών ακανθών, το ψάρι μπορεί να καθαριστεί και να καταναλωθεί χωρίς πρόβλημα.
Ο κ. Ησαΐας υπενθύμισε ότι από την πρώτη στιγμή που εντοπίστηκε το λεοντόψαρο στη Μεσόγειο, η επιστημονική κοινότητα εισηγήθηκε την εμπορική αξιοποίησή του ως μέσο περιορισμού των πληθυσμών του. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, προωθείται η κατανάλωσή του μέσω ενημερωτικών εκστρατειών, ενώ διατίθεται ήδη στην αγορά σε προσιτές τιμές.
Αναφερόμενος στην πρόσφατη εκστρατεία ενημέρωσης, εξήγησε ότι υλοποιείται από την οργάνωση Enalia Physis έναν μη κυβερνητικό ερευνητικό οργανισμό που συμμετέχει σε προγράμματα ευαισθητοποίησης του κοινού για τα ξενικά είδη. Πρόσθεσε ότι αντίστοιχες δράσεις έχουν πραγματοποιηθεί κατά το παρελθόν από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και άλλους οργανισμούς, ενώ στο πλαίσιο προηγούμενων προγραμμάτων δημιουργήθηκαν και τοπικές ομάδες δράσης που προχωρούν στη στοχευμένη αφαίρεση λεοντόψαρων από τη θάλασσα.
Κληθείς να σχολιάσει την πρόταση να επιτραπεί το ψάρεμα λεοντόψαρων από αυτοδύτες με χρήση φιαλών κατάδυσης, ο κ. Ησαΐας διαφώνησε κατηγορηματικά, επισημαίνοντας ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να επιλύσει το πρόβλημα.
Όπως εξήγησε, τα περισσότερα λεοντόψαρα βρίσκονται σε βάθη μεγαλύτερα από εκείνα στα οποία πραγματοποιούνται με ασφάλεια οι καταδύσεις αναψυχής, ενώ στις παράκτιες περιοχές μπορούν να συλληφθούν πολύ εύκολα ακόμη και με ένα απλό καμάκι με λάστιχο. Το είδος, ανέφερε, παραμένει συχνά ακίνητο, καθώς βασίζεται στο καμουφλάζ του για προστασία και δεν διαθέτει πολλούς φυσικούς θηρευτές στη Μεσόγειο, γεγονός που καθιστά τη σύλληψή του σχετικά εύκολη.
Παράλληλα, τόνισε ότι ούτε οι οργανωμένες εξορμήσεις ούτε η αλιεία από επαγγελματίες μπορούν από μόνες τους να εξαλείψουν το πρόβλημα. Όπως είπε, οι δράσεις αυτές έχουν κυρίως ενημερωτικό χαρακτήρα και συμβάλλουν στον περιορισμό των πληθυσμών, χωρίς όμως να αποτελούν οριστική λύση. Υπενθύμισε ακόμη ότι, σε αντίθεση με το λεοντόψαρο, για τον λαγοκέφαλο εφαρμόζεται πρόγραμμα επιδότησης των επαγγελματιών αλιέων για την απομάκρυνσή του, ενώ στην περίπτωση του λεοντόψαρου προωθείται η κατανάλωσή του λόγω της εμπορικής του αξίας.
Ο βιολόγος αναφέρθηκε και στην προέλευση του είδους, σημειώνοντας ότι υπάρχουν δύο γενετικές ομάδες λεοντόψαρων στη Μεσόγειο. Όπως είπε, γενετικές αναλύσεις έχουν δείξει ότι τουλάχιστον μία από αυτές προέρχεται από απελευθερώσεις ψαριών ενυδρείου, ενώ μία δεύτερη έφθασε φυσικά μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.
Επικαλέστηκε, μάλιστα, το παράδειγμα της Καραϊβικής, όπου η εισβολή του λεοντόψαρου έχει λάβει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, με επιστημονικές μελέτες να καταδεικνύουν ότι η εξάπλωσή του ξεκίνησε αποκλειστικά από απελευθερώσεις ψαριών από ενυδρεία.
Κλείνοντας, ο Ευαγόρας Ησαΐας απηύθυνε έκκληση προς το κοινό να μην απελευθερώνει ποτέ στη φύση ψάρια, φυτά ή άλλα ζώα που διατηρούνται σε ενυδρεία ή δεν ανήκουν στα τοπικά ενδημικά είδη, καθώς τέτοιες πρακτικές μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρές βιολογικές εισβολές με σημαντικές επιπτώσεις για τα θαλάσσια οικοσυστήματα.




