Με ένα οριακό, αλλά σαφές «όχι», οι Ισλανδοί αποφάσισαν να μην ανοίξει εκ νέου, τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια, ο δρόμος προς την πλήρη ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο δημοψήφισμα του Σαββάτου, το 52,8% τάχθηκε κατά της πρότασης για επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ενώ το 47,2% ψήφισε υπέρ. Η διαφορά αποδείχθηκε μικρότερη από ό,τι ίσως θα περίμενε κανείς, δεδομένης της διαχρονικά επιφυλακτικής στάσης σημαντικού τμήματος της ισλανδικής κοινωνίας απέναντι στην πλήρη συμμετοχή στην Ε.Ε.
Η απόφαση της κάλπης, πάντως, δεν σημαίνει ότι το Ρέικιαβικ απομακρύνεται από τις Βρυξέλλες. Αντιθέτως, η Ισλανδία διατηρεί ήδη μια ιδιαίτερα στενή σχέση με την Ένωση.
ΕΟΧ και Σένγκεν χωρίς πλήρη ένταξη
Η χώρα συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, έχοντας πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, ενώ αποτελεί και μέρος της ζώνης Σένγκεν.
Παράλληλα, συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Ένωση σε κρίσιμους τομείς, μεταξύ άλλων στη δικαιοσύνη και την ασφάλεια.
Για αρκετούς Ισλανδούς, λοιπόν, το υφιστάμενο μοντέλο φαίνεται να αποτελεί έναν συμβιβασμό που τους προσφέρει σημαντικά οφέλη από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, χωρίς να συνεπάγεται όλες τις υποχρεώσεις που θα έφερνε η πλήρης ένταξη.
Αυτό ακριβώς αναγνώρισε και η πρωθυπουργός Κρίστρουν Φρόσταντοτιρ, η οποία παραδέχθηκε ότι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της διαδικασίας είναι πως οι πολίτες εμφανίζονται ικανοποιημένοι από τη συμφωνία του ΕΟΧ και από τον τρόπο με τον οποίο είναι σήμερα διαμορφωμένη η σχέση της χώρας με την Ε.Ε.
Η ασφάλεια παραμένει στο ΝΑΤΟ
Στο ζήτημα της ασφάλειας, το Ρέικιαβικ εξακολουθεί να στηρίζεται στο ΝΑΤΟ, αλλά και στη διμερή αμυντική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Φρόσταντοτιρ υπογράμμισε ότι οι Ισλανδοί εξακολουθούν να αισθάνονται ασφαλείς κάτω από αυτή την ομπρέλα.
Το στοιχείο αυτό απέκτησε ιδιαίτερη σημασία τους τελευταίους μήνες, καθώς η διεθνής γεωπολιτική κατάσταση άλλαξε σημαντικά.
Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία, αλλά και η αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στο ΝΑΤΟ, ενίσχυσαν στο εσωτερικό της Ισλανδίας τη συζήτηση για το εάν η Ε.Ε. θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα επιπλέον πλαίσιο προστασίας.
Τελικά, όμως, η πλειοψηφία επέλεξε να διατηρήσει το υφιστάμενο σχήμα.
Το ισλανδικό μοντέλο: Η Ευρώπη στην οικονομία, το ΝΑΤΟ στην ασφάλεια
Το μήνυμα της κάλπης μπορεί να συνοψιστεί σε ένα μοντέλο τριών πυλώνων. Η Ισλανδία θέλει να παραμείνει στο ΝΑΤΟ και να διατηρήσει τη στενή αμυντική της σχέση με τις ΗΠΑ. Παράλληλα, επιθυμεί να συνεχίσει να έχει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω του ΕΟΧ.
Και, πάνω απ’ όλα, φαίνεται πως θέλει να κρατήσει στα χέρια της τον έλεγχο σε έναν από τους πλέον ευαίσθητους τομείς της οικονομίας της: την αλιεία.
Η πλήρης ένταξη στην Ε.Ε. θα σήμαινε διαφορετικούς κανόνες και σε αυτόν τον τομέα, κάτι που εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό ζήτημα για την ισλανδική κοινωνία.
«Δεν θα υπάρξουν διαπραγματεύσεις σε αυτή την κοινοβουλευτική περίοδο»
Η Ισλανδή πρωθυπουργός έσπευσε να ξεκαθαρίσει και την επόμενη ημέρα του δημοψηφίσματος. Η Φρόσταντοτιρ δήλωσε κατηγορηματικά ότι η κυβέρνησή της δεν πρόκειται να επιχειρήσει επανέναρξη των ενταξιακών συνομιλιών κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης κοινοβουλευτικής περιόδου.
Με άλλα λόγια, το ζήτημα μπαίνει στον «πάγο» για τα επόμενα χρόνια, με τις επόμενες βουλευτικές εκλογές να αναμένονται το 2028.
Τι σημαίνει το αποτέλεσμα για τις Βρυξέλλες
Το ισλανδικό «όχι» έχει, πάντως, πολιτικό βάρος και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια θετική ψήφος θα μπορούσε να ενισχύσει την εικόνα της Ε.Ε. ως πόλου έλξης σε μια περίοδο κατά την οποία η γεωπολιτική αβεβαιότητα αυξάνεται.
Και όχι μόνο για τις υποψήφιες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Δυτικών Βαλκανίων. Η επιστροφή μιας ανεπτυγμένης και οικονομικά εύρωστης ευρωπαϊκής δημοκρατίας στο τραπέζι της ένταξης θα μπορούσε να δώσει νέα δυναμική στη συζήτηση.
Δεν έλειψαν μάλιστα οι εκτιμήσεις ότι μια νέα ισλανδική υποψηφιότητα θα μπορούσε να επηρεάσει και τη συζήτηση στη Νορβηγία, μια χώρα που επίσης έχει επιλέξει να παραμείνει εκτός Ε.Ε. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στερεί προς το παρόν από τις Βρυξέλλες αυτή τη δυναμική.
Η απάντηση του Αντόνιο Κόστα
Οι Βρυξέλλες, πάντως, απέφυγαν να δώσουν δραματικές διαστάσεις στο αποτέλεσμα. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, μετά από ανταλλαγή μηνυμάτων με την Ισλανδή πρωθυπουργό κατά τη διάρκεια και μετά την καταμέτρηση, ξεκαθάρισε ότι η Ε.Ε. σέβεται πλήρως τη δημοκρατική απόφαση των Ισλανδών.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ισλανδία παραμένει ένας από τους στενότερους και πιο αξιόπιστους εταίρους της Ένωσης, κυρίως μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Από την πλευρά της, η Φρόσταντοτιρ διαμήνυσε ότι η απόφαση για μη επανέναρξη των διαπραγματεύσεων δεν σημαίνει χαλάρωση των σχέσεων με την Ε.Ε., αλλά αντίθετα πρόθεση για περαιτέρω ενίσχυσή τους.
Η διεύρυνση επιστρέφει στην ευρωπαϊκή ατζέντα
Το ισλανδικό δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε σε μια στιγμή κατά την οποία η διεύρυνση της Ε.Ε. επανέρχεται δυναμικά στην ευρωπαϊκή συζήτηση.
Το θέμα αναμένεται να απασχολήσει τους Ευρωπαίους ηγέτες στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία του Μαυροβουνίου, το οποίο φιλοδοξεί να ολοκληρώσει τη διαδικασία ένταξής του έως το τέλος του 2028.
Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη συζητούνται ήδη πιθανές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της Ένωσης, μεταξύ άλλων ο περιορισμός της απαίτησης ομοφωνίας σε συγκεκριμένους τομείς.
Στο τραπέζι βρίσκονται επίσης προτάσεις για διαφορετικά μοντέλα σταδιακής ή μερικής ένταξης, ώστε οι υποψήφιες χώρες να μπορούν να ενσωματώνονται σε επιμέρους ευρωπαϊκές πολιτικές πριν από την πλήρη ένταξή τους.
Ένα «όχι» που ανοίγει μεγαλύτερη συζήτηση
Το αποτέλεσμα στην Ισλανδία δεν αποτελεί απλώς μια απόφαση για το εάν θα ξεκινήσουν ξανά ή όχι ενταξιακές διαπραγματεύσεις.
Ανοίγει, έστω και έμμεσα, μια ευρύτερη συζήτηση για το τι ακριβώς αναζητούν σήμερα οι ευρωπαϊκές κοινωνίες από την Ένωση: πλήρη πολιτική και οικονομική ενσωμάτωση ή μια πιο ευέλικτη σχέση, με πρόσβαση στην ενιαία αγορά αλλά μεγαλύτερο εθνικό περιθώριο αποφάσεων.
Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει του εκλογικού κύκλου του 2027 σε αρκετά κράτη-μέλη.
Και αυτό γιατί μεταξύ των χωρών που παραδοσιακά αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη μια νέα διεύρυνση βρίσκεται και η Γαλλία.
Έτσι, το ισλανδικό «όχι» μπορεί να κλείνει προσωρινά την πόρτα της ένταξης για το Ρέικιαβικ, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση στις ίδιες τις Βρυξέλλες: ποια Ευρώπη θέλει να δημιουργήσει και, κυρίως, πόσο ελκυστική παραμένει για εκείνους που βρίσκονται ακόμη εκτός των συνόρων της.
GREEN PRESS CYPRUS.NEWS



